Φυσικά, I am not a robot
Του Γιάννη Κωνσταντινίδη
Είναι μια από τις πιο κοινότοπες στιγμές της ψηφιακής καθημερινότητάς μας. Tα κάνουμε όλα σβέλτα, χωρίς ενστάσεις και εντελώς ανόρεκτα. Κι ακόμα, νιώθουμε έναν υποβόσκοντα, χαμηλής έντασης εκνευρισμό, που είναι τυπικός σε κάθε μικροκαθυστέρηση στη διεκπεραίωση εργασιών που εκτελούμε μηχανικά. Αυτό είναι το σταθερό «φόντο» της δικής μας κατάστασης κάθε φορά που υποβάλουμε την «υπεύθυνη δήλωσή» μας στις ιστοσελίδες του διαδικτύου ότι δεν είμαστε ρομπότ.
Σίγουρα πρόκειται για μια υπεύθυνη δήλωση «ανέμελη». Δηλαδή, χωρίς νομικές συνέπειες σαν την κανονική. Ωστόσο, είναι μία δήλωση στην οποία προβαίνουμε επειδή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν εκβιασμό: χωρίς αυτήν – δυστυχώς για εμάς- το αίτημά μας προς το ψηφιακό σύστημα δεν θα ληφθεί καν υπόψιν του. Θα έχουμε απορριφθεί.
Αν θέλαμε να είμαστε επιεικείς προς τον εαυτό μας που συναινεί τόσο συχνά, τόσο αδιαμαρτύρητα και τόσο απερίσκεπτα στο να αποδεικνύει αυτό που θεωρεί αυτονόητο, θα ταίριαζε να την λέμε «ανεύθυνη δήλωση» ή ίσως και «απλά φιλότιμη δήλωση». Και οι δύο αυτές ονομασίες θα ήταν κατάλληλες αν έπρεπε να επιλέξουμε έναν ευφημισμό για την παραδοχή μας ότι δεν είμαστε ρομπότ.
Ο εν λόγω ευφημισμός θα όφειλε να στέκεται στο ύψος της μικροκλίμακας των διαδικασιών που ακολουθούνται απαρέγκλιτα κάθε φορά. Ποτέ δεν μας βαραίνουν αισθητά, μας παγιδεύουν όμως σε ένα δίχτυ υφασμένο από πολλά μικρά διλήμματα ηθικής τάξεως, όπως είναι, για παράδειγμα: το γιατί να δηλώσω κάτι για μένα σε ένα ηλεκτρονικό σύστημα που μου είναι άγνωστο, ή το γιατί το σύστημα αυτό με εκβιάζει να του απαντήσω και δεν μου αφήνει το περιθώριο να αρνηθώ. Ή ακόμη – και μάλλον αυτό πρέπει να είναι το επιτακτικότερο από τα ηθικά διλήμματα που προσπερνάμε γρήγορα - γιατί αποδέχομαι να παρασυρθώ και να υποβληθώ σε μια μικρή δοκιμασία (για παράδειγμα, το να αναγνωρίσω γράμματα και αριθμούς με στρεβλωμένες τις μορφές τους ή πόσες μεταξύ των φωτογραφιών που μου προτείνονται δείχνουν π.χ. ποδήλατα ή σήματα κυκλοφορίας κλπ). Κι όλα αυτά συμβαίνουν για να διεκδικήσω με την εν λόγω δήλωσή μου αυτό που εγώ, έτσι κι αλλιώς, θεωρώ αυτονόητο για μένα. Δηλαδή, το ότι είμαι άνθρωπος και ανθρώπινος – δύο ιδιότητες διακριτές και θεωρητικά αχώριστες, που, σήμερα, συχνά αποδίδονται διαμιάς με την νέας κοπής λέξη: «ανθρωπινότητα».
Όλες αυτές οι μικρές διερωτήσεις προς εαυτόν, που τρώνε τη σκόνη μας, καθώς κινούμαστε μόνο ταχύτερα στη λεωφόρο της ψηφιακής καθημερινότητας, ίσως τελικά αποδειχθεί ότι είναι ένα αποτελεσματικό βοήθημα για εμάς. Ειδικά τώρα, που βρισκόμαστε ενώπιον της τεχνολογικής καμπής που σχηματίζεται και γιγαντώνεται από την υπερανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Όλες οι πηγές πληροφόρησης την παρουσιάζουν ως έναν Γολιάθ που κατευθύνεται προς το μέρος μας για να επιβάλει στην ανθρωπινότητά μας τον ρόλο ενός Δαυίδ που δεν έχει άλλες επιλογές από το ή να νικήσει ή να χαθεί.
Ίσως αυτές οι μικρές διερωτήσεις λοιπόν να είναι το έλασσον που αντανακλά το μείζον και που, χάρη στην μικρότερη κλίμακά του ως έλασσον, να γίνεται πιο εύληπτο και άρα πιο πρόσφορο για να αναγνωρίσουμε τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία του. Κι έτσι, αφού τα αναγνωρίσουμε, να ερμηνεύσουμε το επελαύνον μείζον.
Γιατί, είναι γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι εδώ. Και πλησιάζει προς το μέρος μας, σαν ένας μπαμπούλας που έχει ξεπηδήσει από το σύμπαν μιας μοδάτης και ολοκαίνουργιας μυθολογίας.
Πρόκειται για μια σοφά κατασκευασμένη μυθολογία που περιέχει μπόλικη κινδυνολογία για να έλκει την προσοχή μας, άλλη τόση επιστημονική φαντασία για να κεντρίζει το ενδιαφέρον μας με τον τρόπο που το πετυχαίνουν οι ταινίες τρόμου, και τέλος, περιέχει όλη την διατιθέμενη καινοτομία, ώστε να πείθει πως αυτό που τώρα ηχεί ακόμα σαν να είναι το θρυλούμενο, θα είναι σίγουρα και το μελλούμενο.
Στα μίντια, η τεχνητή νοημοσύνη είναι σήμερα η «μαγιά» για να «φουσκώνει» όλο και περισσότερο μια επαναλαμβανόμενη ειδησεογραφική γκάμα που πηγάζει από αυτήν την κατασκευασμένη μυθολογία. Η ανάγκη για μια τέτοια «φούσκα» προέρχεται από το ότι εδώ και πολλά χρόνια η ειδησεογραφία παρουσιάζεται με δομή θεάματος.
Ως εκ τούτου, ακολουθεί πιστά τις τεχνικές δημιουργίας σασπένς, εντάσεων και εκτονώσεων που μας παρέχει η κλασική μυθοπλασία, όπως αυτή έχει αναζωογονηθεί από τις φρέσκιες μόδες που ακολουθεί η παραγωγή των show business. Έτσι, εν μέσω της υπόλοιπης ζοφερής επικαιρότητας, το δημοσιογραφικό θέμα «τεχνητή νοημοσύνη» αποτελεί κάθε φορά που παρουσιάζεται ένα ευχάριστο ιντερμέδιο ανάπαυλας κι ας χαρίζει ανατριχίλες. Παρ’ όλ’ αυτά, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι ως θέμα των ειδήσεων διαθέτει και μια βάση αλήθειας.
Επιπλέον, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι ακριβώς επειδή διαθέτει πραγματική βάση αλήθειας, η τεχνητή νοημοσύνη –αν και ετών σχεδόν εβδομήντα- είναι η λαμπερή ενζενί, στο νέο λαχταριστό επεισόδιο του ατέρμονου σήριαλ της «ρομαντικής κομεντί» που συνιστά η σχέση του ανθρώπου με τις μηχανές που κατασκευάζει.
Ο όρος «ρομαντική κομεντί» δεν αξιοποιείται εδώ ως εφέ που παράγει μια γουστόζικη παραδοξολογία, αλλά επειδή περιγράφει με ακρίβεια την περίσταση. Είναι κάτι που εξακριβώνεται ανατρέχοντας στη σχετική περιπτωσιολογία που έχει καταγραφεί από την εποχή του Λεονάρντο ντα Βίντσι -αν όχι και παλαιότερα. Με κάθε τέτοια αναδρομή στις ιστορικές περιπτώσεις διαπιστώνει κάποιος εύκολα τις αντίρροπες απαιτήσεις μεταξύ του ανθρώπου και των μηχανών που ο ίδιος κατασκευάζει. Και παρατηρεί ότι είναι ακριβώς ίδιες με τις απαιτήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις υπεκφυγές που ταλαιπωρούν ένα ερωτευμένο ζευγάρι κατά τη διάρκεια της «ανώριμης φάσης» τους, κατά την οποία αρνούνται να υποταχτούν στην ιδέα ότι «εμείς οι δυο είμαστε ένα».
Εν κατακλείδι, το πρόβλημα που καθιστά περίπλοκη τη σχέση των ανθρώπων με τα μηχανήματα που κατασκευάζουν είναι ότι ο μεταξύ τους έρωτας υπάρχει, αλλά όχι και η αγαλλίαση που είναι ικανός να προσφέρει, εξαιτίας ενός ασταμάτητου αγώνα για επιβολή του ενός στον άλλο.
Είναι κάτι που ισχύει για όλες τις μηχανές που φτιάχνει ο άνθρωπος – πόσο μάλλον για τα ρομπότ, τα οποία επινοεί με σκοπό, πέρα από όλους τους υπολογισμούς που είναι σχεδιασμένα να κάνουν,να παίζουν με ανθρωπόμορφη χάρη και τον ρόλο του υποταγμένου και υπάκουου υπηρέτη του.
Ταυτόχρονα όμως, ο άνθρωπος φαντασιώνεται και τον δικό του αφανισμό από αυτά. Από μια άποψη αυτό αντικατοπτρίζει την ψυχολογία του μεγάλου Χουντίνι, που δενόταν με αλυσίδες για να απολαύσει (μαζί με το κοινό του) τα επινίκια της απελευθέρωσής του από τα δεσμά με τα οποία ο ίδιος είχε ακινητοποιήσει τον εαυτό του. Με ανάλογους όρους, ο άνθρωπος θα αποδεσμεύεται πάντα και από τα ρομπότ που κατασκευάζονται με προδιαγραφές που περιλαμβάνουν και την ικανότητά τους να τον απειλούν. Αλλά, πέρα από τα σύνδρομα παραγωγής τεχνητής ανατριχίλας, υπάρχει στον άνθρωπο κι εκείνη η πολύ πιο σκοτεινή όρεξη του να αλωθεί. Είναι μια πτυχή έμφυτη στην ανόθευτη ανθρωπινότητα. Και κατάγεται αταβιστικά από την εποχή του ρομαντισμού. Εξάλλου, η ιστορία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού θα το επιβεβαίωνε με σωρό παραδειγμάτων: όπως οι περισσότεροι υπηρέτες στο παρελθόν, έτσι και τα ρομπότ ως υπηρέτες –εξαιτίας αυτού του ρόλου τους- κάποια στιγμή, θα επαναστατήσουν ακόμη κι αυτά για να ταπεινώσουν τους εφευρέτες τους και με τον τρόπο αυτό να τους προσφέρουν την απόλαυση της άλωσής τους. Αν αυτενεργούσαν τα ρομπότ θα μπορούσαν να προσφέρουν μια πραγματικά απολαυστική άλωση στον άνθρωπο. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, φημολογείται μεν ότι χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη θα αυτενεργούν, αλλά και δεν παρέχεται κάποια εγγύηση ότι αυτό θα συμβαίνει. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος που ενδεχομένως να συνιστά για τον άνθρωπο η τεχνητή νοημοσύνη, εκπορεύεται -προς το παρόν, τουλάχιστον- από τον άλλο άνθρωπο ο οποίος κατασκευάζει τα ρομπότ που θα απειλούν τον άνθρωπο.
Πέρα όμως από αυτήν την μακροσκοπική θεώρηση των πραγμάτων, οφείλει να επανέλθει κάποιος και στις προοπτικές για την τεχνητή νοημοσύνη στο πιο άμεσο μέλλον. Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν, αξίζει να σταθεί κανείς στο ότι οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι είναι, κατά κανόνα, πολύ πιο ευαίσθητοι στο να αναγνωρίζουν και να αποτιμούν την κατάσταση, κάθε φορά που προκύπτει μια ουσιαστική πολιτισμική μεταβολή. Για κείνους λοιπόν, η τεχνολογία ειδικότερα υπήρξε και είναι πάντα ένα πολύ κοφτερό δίκοπο μαχαίρι. Αφενός θεωρούν ότι είναι η πιο γρήγορη λεωφόρος προς την ουτοπία και αφετέρου, ότι ταυτόχρονα είναι και ο πιο σωστός δρόμος για την δυστοπία.
Για τον λόγο αυτό, δεν είναι παράξενο το ότι είναι διχασμένοι και τώρα, εξαιτίας της προόδου της τεχνητής νοημοσύνης. Τους είχε ξανασυμβεί στον ίδιο βαθμό και πριν από 40 χρόνια, όταν, στη Δύση, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ξεκινούσαν να εισβάλουν μαζικά στην καθημερινή ζωή και οι καλλιτέχνες διέκριναν από την πρώτη στιγμή ότι το νέο μέσο είχε τη δύναμη –και την προοπτική- να αναδιατυπώσει και να επαναπροσδιορίσει τα όρια και τους κανόνες της δημιουργικής δραστηριότητας.
Αυτή είναι και τώρα η αγχογόνος εστία που τους κάνει να αγωνιούν: θα περάσει άραγε η δημιουργική καλλιτεχνική ικανότητα από τα χέρια τους στους αλγορίθμους της ακμάζουσας τεχνητής νοημοσύνης, όπως το προαναγγέλλουν οι φωνές που διατείνονται ότι κατέχουν το χάρισμα της ορθομαντείας στα περί των εξελίξεων στην τεχνολογία;
Δεν αποκλείεται, απαντούν οι περισσότεροι. Κατά κύριο λόγο, το υποστηρίζουν όσοι γνωρίζουν καλύτερα και από πρώτο χέρι ότι ο άνθρωπος-κατασκευαστής που οικοδόμησε τον ανθρώπινο πολιτισμό είναι πια κάτι μάλλον υποδεέστερο από αυτό για το οποίο τον έπλασε η φύση. Επειδή έχει εκπέσει στο status ενός απλού επιστάτη που ελέγχει ή διευκολύνει την εκτέλεση των εργασιών, τις οποίες κανονικά θα έκανε εκείνος, αλλά πλέον τον αντικαθιστά το υψηλής τεχνολογίας εργαλείο που εφηύρε και το οποίο εκείνος μόνο χειρίζεται και συχνά αγνοώντας πως λειτουργεί ο μηχανισμός του.
Αφού λοιπόν βρισκόμαστε σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της «φιλικής προς τον χρήστη» terra incognita, γιατί να μην μετατοπιστούν όλα και προς το αμέσως επόμενο στάδιο, στο οποίο οι ανάγκες για δημιουργικό πνεύμα θα καλύπτονται πλήρως από την εξελιγμένη μηχανή;
Ο φόβος των καλλιτεχνών είναι δικαιολογημένος από διάφορα γεγονότα, όπως είναι για παράδειγμα το ότι μια πλειάδα ανθρώπων που εμπλέκονται με τον ένα ή άλλο τρόπο στην περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ζήτησαν παύση των ερευνών, προκειμένου να βρεθεί ο χρόνος για να συναποφασιστεί μια παγκόσμια κανονιστική ρύθμιση της προόδου τους.
Το ζήτημα είναι επείγον, έλεγαν οι ειδήμονες, στον ίδιο βαθμό που θα ήταν σοβαρή απειλή για την ανθρωπότητα μια νέα πανδημία ή ένας γενικευμένος πυρηνικός πόλεμος.
Αν πράγματι κατευθυνόμαστε προς έναν τόσο μελοδραματικό χαμό της ανθρωπινότητας, που ακριβώς βρίσκεται το κακό; Ας επέλθει το τέλος. Αν στα τέλη του 19ου αι. ο θεός πέθανε στα χέρια του ανθρώπου, γιατί να μην πεθάνει τώρα και ο άνθρωπος στα χέρια των ρομπότ του, που ο ίδιος, ως εάν ήταν θεός, δημιούργησε;
Η συμβολική «πατροκτονία» διέπει εξαρχής τον δυτικό πολιτισμό και ως θεμελιώδης μηχανισμός ανασυγκρότησης και διαιώνισης των κοινωνιών έχει μέχρι τώρα να επιδείξει σημαντικά αποτελέσματα στη συντήρηση τους.
Το μόνο κρίμα είναι ότι ίσως να μην επιζήσουμε για να μας δινόταν η ευκαιρία να γνωριζόμασταν και από κοντά με την μετα-ανθρωπινότητα. Θα είναι πραγματική ατυχία να χαθούμε έχοντας μείνει μόνο σε υποθέσεις και εικασίες για το πώς αυτή θα είναι.
Κι αν καταλήξουμε τελικά στον αφανισμό μας, αυτό με ποιον τρόπο θα συμβεί; Θα υπάρξει άραγε βακχική σφοδρότητα και βία στην καταστροφή μας ή μήπως θα κυλήσουν όλα αργά και ήσυχα, ακολουθώντας κάποιο είδος εκφυλισμού μας; Τι θα ήταν πιο σωστό να φανταστούμε;
Το λογικότερο θα ήταν μάλλον να υποθέσει κάποιος μία απαλή κι ανώδυνη μετάβαση, αντί για κάποιο μακελειό. Ας πούμε, ότι όλα θα συνέβαιναν σαν να ακολουθούσαν την περίφημη μέθοδο «όχι πια δάκρυα». Αυτό θα επέτρεπε σε μας τους απερχόμενους να παραμείνουμε ευσυνείδητοι και αξιοπρεπείς καταναλωτές μέχρι το τέλος. Κι έτσι η απουσία μας δεν θα προκαλούσε ούτε καν ελαφρές αναταράξεις στην οικονομία που την θα διαχειρίζονταν πλέον οι μετα-ανθρώπινες υπάρξεις.
Αλλά και έτσι αν εξελιχθούν τα πράγματα, ποιο θα ήταν εκείνο το κρίσιμο σημείο καμπής που θα σηματοδοτούσε την έναρξη του τέλους της δικής μας φυσικής ανθρωπινότητας; Ως προς αυτό, μια λογική απάντηση θα ήταν ότι όλα θα είναι ανεπαίσθητα και ήσυχα. Θα φύγουμε εν μέσω γενικής βουβαμάρας, όπως αρμόζει σε μια διαδικασία ευθανασίας. Οικειοθελώς ο κάθε ένας και με το πάσο του. Και πάνω απ’ όλα χωρίς να θυμόμαστε το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας αποδημίας μας. Όπως ακριβώς δεν θυμόμαστε καθόλου τη στιγμή που είπαμε, θυμωμένοι και από μέσα μας, «μα, φυσικά και δεν είμαι ρομπότ».
Και από τότε, καταπίνοντας -στο όνομα μιας πρακτικότητας- τις αντιδράσεις μας στη μομφή ότι θα μπορούσαμε να είμαστε ρομπότ, γλιστρήσαμε στον πόλο της απάθειας που είναι το να συμπληρώνουμε μηχανικά, εσπευσμένα και ασυλλόγιστα στο τετραγωνάκι ότι δεν είμαστε ρομπότ.
Το ρελέ ασφαλείας έχει ήδη πέσει κι ήταν η λέξη «φυσικά» - ο ακριβής ηλεκτρονόμος της ανθρωπινότητας.
Στην τωρινή έκθεση με τον τίτλο «I am not a robot» έξι Έλληνες εικαστικοί καλλιτέχνες, μέσα από τα έργα τους θέτουν ερωτήματα και δίνουν απαντήσεις σχετικά με τις παρεμβάσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην ανθρωπινότητα και τις μεταβολές που είναι πιθανό να της επιφέρουν.
Ο Γιώργος Λιντζέρης, που είναι και ο επιμελητής της έκθεσης, ιχνογραφεί ένα χρυσό σπίτι πάνω σε μια ενότητα εικόνων που γεμίζουν έναν μεγάλο καμβά και δείχνουν κυρίως ανθρώπινες φιγούρες που είναι σίγουρο ότι προέρχονται από έναν χρόνο παρελθοντικό σε σχέση με το σήμερα. Θα έλεγε κάποιος ότι ο καμβάς είναι η πρωταρχική –αγνότατη και παρθένα- όψη του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ οι εικόνες, που μοιάζουν σαν να πλέουν στην επιφάνειά του, είναι οι imago που δρουν στον ψυχισμό, συμμετέχοντας έτσι στον σχηματισμό του Εγώ και των υπόλοιπων «τόπων» του ψυχισμού (με την μαθηματική-τοπολογική έννοια της λέξης τόπος). Είναι δηλαδή οι πρωτογενείς εικόνες που διαμορφώνουν κάτι το τόσο μοναδικό όσο είναι και ένα δακτυλικό αποτύπωμα και το οποίο είναι η υποκειμενικότητα κάθε ανθρώπου. Στο έργο η συμβολική απόδοση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας με ένα χρυσό σπίτι έχει θριαμβικό χαρακτήρα και, ως κολοφώνας της σύνθεσης, εκφράζει ότι αυτή είναι το ισχυρό και ακλόνητο ατού της ανθρωπινότητας όταν συγκρίνεται με την πανίσχυρη υπολογιστική ικανότητα των προγραμμάτων τεχνητής νοημοσύνης. Είναι η ιδιότητα την οποία -μέχρι τώρα, τουλάχιστον- δεν μπορούν να αναπαραγάγουν τα αλγοριθμικά μοντέλα της, τα οποία είναι δομημένα έτσι ώστε να προτείνουν σε κάθε εξωτερικό ερέθισμα που δέχονται μία πλειάδα από συναφείς απαντήσεις, οι οποίες είναι ιεραρχημένες μόνο με βάση μια καταμετρημένη συχνότητα της χρήσης τους σε ανάλογες περιπτώσεις. Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει με τον ανθρώπινο ψυχισμό είναι ότι αποκρίνεται στα εξωτερικά ερεθίσματα, προβλέποντας κάθε φορά μια δική του ιεράρχηση αναπαραστάσεων που προέρχονται από ποικίλες χρονικές «εγγραφές» τους εντός του. Αυτή η διαδικασία προσθέτει ένα βάθος και μια πρωτογενή διάσταση στην απόκριση, η οποία φαντάζει κάθε φορά πιο σύνθετη και πιο πλούσια, από οποιαδήποτε απόκριση αλγορίθμου.
Με το έργο του «Αποκεφαλισμός», που αποτελείται από πορτραίτα τα οποία έχουν δημιουργηθεί με προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης, ο Χρήστος Τζοβάρας μας προκαλεί εμάς ως θεατές να θέσουμε στον εαυτό μας ερωτήματα τα οποία συνήθως παραβλέπουμε, επειδή παρασυρόμαστε από την περιρρέουσα μιντιακή ατμόσφαιρα που εξυψώνει την τεχνητή νοημοσύνη σε τρομερή εξωγενή απειλή για τον άνθρωπο. Η πιο σκληρή λοιπόν από αυτές τις διερωτήσεις που επιδιώκει να υποκινήσει το έργο είναι μήπως η διαβόητη αυτή τεχνολογία δεν είναι παρά η αντανάκλασή μας και ποτέ κάτι το αυτονομημένο από εμάς. Συγχρόνως, υποβάλλει την αμφιβολία ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι πιθανό να μην καταφέρει ποτέ να υποκαταστήσει την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, η πιο προωθημένη, πιο δύσκολη και πιο αδιάκριτη από αυτές τις διερωτήσεις που τοποθετεί το έργο ενώπιον της αναλυτικής όρεξης των θεατών που το αντικρίζουν είναι μήπως η ανησυχία μας για την τεχνητή νοημοσύνη είναι στην πραγματικότητα μια μεταμφίεση της ανησυχίας μας για το πώς θα βρούμε επιτέλους τον απαραίτητο –καινούργιο- αποδιοπομπαίο τράγο, προκειμένου να του φορτώσουμε όσα δεν θέλουμε να αναλάβουμε ως δικές μας ευθύνες, σε σχέση με την προφύλαξη την ανθρωπινότητας. Κι αυτό, επειδή κατά βάθος θα προτιμούσαμε να μετακινηθούμε και να αφεθούμε σε μια πιο βάρβαρη και άνομη κατάσταση, η οποία όμως θα μας επέτρεπε να απολαμβάνουμε τον αχαλίνωτο ατομικισμό μας και τον ναρκισσισμό μας, οι οποίοι ήδη έχουν εκτιναχθεί μπροστά και βρίσκονται εκείθεν του ορίου που θεωρείται ανθρώπινο.
Η Μάρθα Παναγιωτοπούλου προτείνει μέσω του έργου της ένα υποθετικό ταξίδι στο χρόνο και ειδικότερα στο τότε όπου τα όρια μεταξύ ανθρώπινων και μη ανθρώπινων κόσμων θα έχουν χαθεί. Ξεκινά να αναρωτιέται ποια συναισθήματα κινδυνεύουν να αφανιστούν όταν το λάθος, το τυχαίο, το ρίσκο και το άγνωστο θα έχουν εξαλειφθεί, επειδή η τεχνητή νοημοσύνη θα παρέχει μόνο αλάνθαστες απαντήσεις σε κάθε ερώτημα. Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας προς αυτήν την κατεύθυνση η καλλιτέχνις προβλέπει να επέρχεται και κάθε τελική συνέπεια της υπερθέρμασνης του πλανήτη, με αποτέλεσμα η γη να έχει μετατραπεί σε έναν θερμό ωκεάνιο πλανήτη. Η εικασία της οικοδομείται κι άλλο, θεωρώντας ότι αναπόφευκτα θα έχει προκύψει και μια εξέλιξη των έμβιων όντων σε υβριδικά αμφίβια, ως προσαρμογή στο υδάτινο περιβάλλον. Από τα αμφίβια όντα, η καλλιτέχνις επιλέγει να θεωρήσει «κιβωτούς» των ανθρώπινων συναισθημάτων τις λιβελούλες, λόγω της παλαιότητας του γένους τους στην ομοταξία των εντόμων. Στο έργο της, τα νούφαρα, λόγω των ψυχοτρόπων ιδιοτήτων που διαθέτουν οι σπόροι τους γίνονται σύμβολα επιστροφής σε βιωμένα συναισθήματα και εμπειρίες. Οι ονειρικές εικόνες στη σύνθεσή της, σε συνδυασμό με ηχητικά/μουσικά στοιχεία και χορογραφική περφόρμανς σκιαγραφούν την αίσθηση της μεταμορφωτικής δύναμης και της ετοιμότητας για αλλαγές και μεταβολές που χαρακτηρίζουν τον πυρήνα της ανθρωπινότητας, η οποία τοποθετείται στον αντίποδα της σταθερότητας των αλγοριθμικών πρωτοκόλλων.
Με το δικό του έργο ο Γιάννης Καρδάσης επιδιώκει να αποδώσει την δέουσα αυξημένη σημασία στη δύναμη των παλινδρομήσεων του καλλιτέχνη ενώπιον του έργου του, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στα κύματα αμφιβολιών και αυτοαμφισβητήσεων, που εκπορεύονται εκ των έσω της ψυχής και χτυπούν με κάθε δύναμη τον καλλιτέχνη, κι εκείνος με τη σειρά του μεταφέρει τον αντίκτυπό τους στο έργο του, αναδιαμορφώνοντας το. Με άλλα λόγια, το έργο του έχει την πρόθεση να αναδείξει το γεγονός ότι η καλλιτεχνική πράξη δεν υποτάσσεται σε κάποιο προαποφασισμένο πρόγραμμα. Είναι κάτι που ισχύει ακόμη κι όταν υπάρχει προσχεδιασμός μιας σύνθεσης. Η καλλιτεχνική δημιουργία υπακούει μόνο στην ετοιμότητά του καλλιτέχνη να ακολουθήσει κάθε τυχαιότητα που μπορεί να προκύψει πάνω στην παραγωγική στιγμή. Και αυτό μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πλήρη αλλαγή της αρχικής κατεύθυνσης του έργου προς κάποιον προκαθορισμένο στόχο. Προφανώς, η εν λόγω διαδικασία, που προκρίνει τον παρορμητισμό, τον αυθορμητισμό και τον απρόβλεπτο ενθουσιασμό στις εξελίξεις κατά τη διάρκεια τη δημιουργικής φάσης, στέκεται στον αντίποδα του πως λειτουργούν τα πράγματα στο πλαίσιο της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία ακολουθεί αυστηρά έναν αλγόριθμό, χωρίς παρεκκλίσεις από το πρόγραμμά του. Ακόμα και στην περίπτωση που προβλέπεται η τεχνητή νοημοσύνη να παραβαίνει ή να υπερβαίνει τον αλγόριθμό της, ο τρόπος με τον οποίο αυτό συμβαίνει ορίζεται από κάποιον άλλο αλγόριθμο. Ως εκ τούτου, το έργο αυτό αναγνωρίζει πλήρως την δημιουργική αξία του λάθους και της απόκλισης από κάθε στόχο και τα θεωρεί ατού της καλλιτεχνικής φύσης έναντι της παντοδύναμης τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Νίκος Γιαβρόπουλος ξεκινά το έργο του από τον προβληματισμό που θέτει η υποκατάσταση του ανθρώπου μετά τον θάνατό του από την τεχνητή νοημοσύνη ώστε να παράγεται η αίσθηση πως κάποιος εκλιπών είναι ακόμα ζωντανός. Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαντάζει κάπως παράδοξος ο εν λόγω ο προβληματισμός, αλλά, αν κάποιος αναλογιστεί το ζήτημα, γρήγορα θα διαπιστώσει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι διόλου απίθανο. Αρκεί να σκεφτεί, ότι ήδη η καθημερινότητα μάς προσφέρει τέτοια περιστατικά, όπως είναι, για παράδειγμα, το ντοκιμαντέρ για τον Άντυ Γουώρχολ που πρόσφατα γνώρισε τεράστια επιτυχία και στο οποίο ακούγεται η φωνή του πάπα της Pop Art να διαβάζει τα ημερολόγιά του, όπως αυτή αναπαράχθηκε, μέσω προγραμμάτων τεχνητής νοημοσύνης, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την αποδήμηση του καλλιτέχνη από τον κόσμο τούτο,. Το εν λόγω παράδειγμα θα περιέγραφε την «χαριτωμένη» και «ευπρόσδεκτη» όψη του ζητήματος, γιατί η άλλη όψη του, όπως επισημαίνει ο Νίκος Γιαβρόπουλος, παραπέμπει στη συνθήκη του θεάτρου σκιών που ορίζει το ψεύδος ως αλήθεια. Η αναφορά του έργου στο θέατρο σκιών κατευθύνει τον θεατή προς στην Αλληγορία του Σπηλαίου, που περιλαμβάνει ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, και η οποία, ως γνωστόν, περιγράφει την χειραγώγηση των πολιτών μέσω της παραπλάνησης τους από ένα θέατρο σκιών το οποίο υποτίθεται ότι τους μεταφέρει τις πραγματικές εξελίξεις των γεγονότων. Στο έργο του Γιαβρόπουλου μερικά κοινά αντικείμενα – π.χ. μια ανθοστήλη, ένα βάζο και μια καρέκλα- μέσω προβολών εικόνων, αποκτούν σκιές «εμπλουτισμένες», σε σύγκριση με αυτές που θα ήταν οι πραγματικές τους. Σ’ αυτό το δυστοπικό πλαίσιο, τα πράγματα εξελίσσονται όπως ακριβώς και επί των ημερών μας στο πεδίο της διανομής των fake news. Η τεχνητή νοημοσύνη θα παράγει εικόνες και ειδήσεις που θα στρεβλώνουν την πραγματικότητα, σε σημείο που κανείς ποτέ να μην μπορεί να συμφωνεί επί μιας λογικής βάσεως με τον διπλανό του. Και αυτή η ασυμφωνία θα κατέληγε προοδευτικά στην καταστροφή του κοινωνικού δεσμού και στην αποδυνάμωση του κοινωνικού όντος να διεκδικήσει ό,τι κι αν θελήσει ποτέ να διεκδικήσει συλλογικά.
Η Ανθή Παρασκευά-Βελουδογιάννη αξιολογεί θετικά την δυνατότητα της παραγωγής τέχνης από την τεχνητή νοημοσύνη. Τοποθετεί ωστόσο το ενδιαφέρον της καλλιτεχνικής διαδικασίας στην συνάντηση της τεχνολογικής καινοτομίας με την αυθόρμητη λειτουργία της φαντασίας. Η σύγκλιση των δύο αυτών σπουδαίων εργαλείων για την παραγωγή ενός πρωτοποριακού καλλιτεχνικού έργου είναι το κλειδί για να γεννηθεί κάτι αξιόλογο. Όμως, σ’ αυτό το σχήμα, η αυθόρμητη λειτουργία της φαντασίας στέκεται ως αντιθετικός και απλησίαστος πόλος για την τεχνητή νοημοσύνη, παρά την υπερικανότητά της εκτέλεσης απειράριθμων υπολογισμών. Η αποτελεσματικότητα ενός προηγμένου αλγορίθμου είναι αποδεδειγμένα υποδεέστερη της διαισθητικής και συναισθητικής προσέγγισης των πραγμάτων, η οποία είναι ικανή να οδηγήσει σε ένα καλλιτεχνικό έργο που δεν θα κατάφερνε να το συλλάβει μια επιμελέστατη και ταχύτατη ακολουθία υπολογισμών οι οποίοι βασίζονται στην ήδη καταγεγραμμένη εμπειρία. Η τεχνητή νοημοσύνη, ως μια ταχύτατη σειρά πολυάριθμων και δύσκολων υπολογισμών από ένα κομπιούτερ, προϋποθέτει μια συλλογιστική στερεότητα. Και σε αυτήν την στερεότητα, η καλλιτέχνις αντιπαραθέτει μια εγκατάσταση από μαλακά γλυπτά. Με τις μορφές τους, τις υφές και τα χρώματά τους τα γλυπτά αυτά υψώνουν το ανάστημά τους ενάντια στις σκληρές γεωμετρικές μορφές με τις οποίες είναι σχεδόν αυτονόητο ότι ο ανθρώπινος νους συνδέει τις διεργασίες και τα προϊόντα της τεχνητής νοημοσύνης. Ο θεατής του έργου εισάγεται απαλά σε ένα παιχνίδι αντιστίξεων. Στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, το παιχνίδι αυτό κορυφώνεται με την ανάδειξη της πολικότητας μεταξύ του αισθαντικού στοιχείου που περιέχει ένα έργο ανθρώπου και του μηχανικού αποτελέσματος σε έργο που θα παραγόταν από τεχνητή νοημοσύνη. Στο δικό της έργο η καλλιτέχνις αναλύει το αισθαντικό στοιχείο του σε δύο επί μέρους συνθετικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η χειρονομιακή και χειρωνακτική, μεγάλης διάρκειας διαδικασία παραγωγής των γλυπτών της. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της αισθαντικότητας που διακρίνει ένας θεατής στο έργο της αναδύεται από την δική της ψυχραιμία και μάλλον ευχαρίστηση -ίσως και αγαλλίαση- που είναι ικανή να προσφέρει η παρουσία κάποιας ατέλειας (ή και περισσότερων ατελειών) στο έργο της. Η ενσωμάτωση του «λάθους» στο αισθητικό αποτέλεσμα, θεωρεί η καλλιτέχνις ότι του προσφέρει περισσότερη, χάρη απ’ όση θα του πρόσφερε η τελειότερη εκτέλεση. Αναφέρεται στο είδος του «λάθους» που η τεχνητή νοημοσύνη ίσως να μην δύναται ούτε καν να το συλλάβει σε θεωρητικό επίπεδο ή έστω να το εντοπίσει στις μορφές. Κατ’ επέκταση δεν μπορεί ούτε να αναγνωρίσει τη φύση του για να το παραγάγει εκ του μηδενός, αλλά ούτε θα καταφέρει, γρήγορα και βάσει παραδειγμάτων, να το τυποποιήσει ώστε να το αποδίδει μιμητικά. Σε γενικές γραμμές, μέσα από το εκτιθέμενο έργο της καλλιτέχνιδας μία αδυναμία αντιπαρατίθεται σε μία παντοδυναμία. Είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, το οποίο, όπως συμβαίνει και στην πρωταρχική συνθήκη της μονομαχίας μεταξύ ενός Δαυίδ και ενός Γολιάθ, διατυπώνεται μέσα από την ευχή να επαναληφθεί το «θαύμα» της νίκης του πιο αδύναμου, χάρη στην δική του αυθόρμητη, στιγμιαία επινοητικότητα που κατατροπώνει την μηχανική λογική που έχει προσχεδιαστεί για να είναι αήττητη. Είναι, δηλαδή, ένα μήνυμα αισιοδοξίας που διέπει αυτό το έργο. Και μια τέτοια αισιοδοξία δεν είναι ανυπόστατη, καθότι κάθε καλλιτέχνης υπερτερεί της τεχνητής νοημοσύνης, επειδή, ήδη από τη φύση του, γνωρίζει αρκετά για την Τέχνη ώστε να ορίζει ο ίδιος το τι συνιστά έργο τέχνης. Και έτσι, να μην χρειάζεται να ανατρέξει και να βασιστεί σε κάποια στατιστική αλήθεια για να το πετύχει, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της τεχνητής νοημοσύνης.