Κείμενα-Χριστόφορος Αναγνωστόπουλος

Στο μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης με τρομάζει περισσότερο η αποξένωση παρά το ξένο

Του Δρ. Χριστόφορου Αναγνωστόπουλου*



Οι απεικονίσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην τέχνη ευρείας κατανάλωσης έχουν πραγματευτεί έναν αρκετά μικρό αριθμό βασικών διλημμάτων. Καλή ή κακή. Ανθρωπόμορφη ή ξένη. Περιρρέουσα ή ενσώματη. Φιλική ή εχθρική. Από αυτά τα διλήμματα προκύπτουν συγκεκριμένα βασικά αρχέτυπα. Το φονικό ρομπότ. Ο έμπιστος σύντροφος-προστάτης. Το πάνσοφο μαντείο. Ο υποδουλωμένος έτερος. Μερικές φορές και ένας συνδυασμός όλων αυτών. Στο Dune του Frank Herbert αλλά και στο Foundation του Asimov, κάθε μορφή Τεχνητής Νοημοσύνης έχει απαγορευτεί, έπειτα από τραγικούς πολέμους τους οποίους η ανθρωπότητα παραλίγο να χάσει. Στο Foundation το μοναδικό ευφυές ρομπότ που επέζησε απεικονίζεται ως ένα ουσιαστικά αθάνατο, τρομακτικό, αλλά συνάμα τραγικό ανθρωποειδές, που βρέθηκε υποδουλωμένο σε μια ανατροπή της μοίρας. Στο Alien, του οποίου ο αντι-ήρωας είναι ένα βιολογικό αλλά εφιαλτικό αρπακτικό, αποκαλύπτεται αργότερα στην πλοκή ότι στην πραγματικότητα ήταν μια μορφή Τεχνητής Νοημοσύνης που είχε σχεδιάσει αυτό το τέρας, η οποία μάλιστα ήταν απρόσμενα χαρισματική και διέθετε δημιουργικότητα και βαθιά εκτίμηση για την τέχνη. Ήταν δηλαδή αυτή καθαυτή η μίμηση της ανθρώπινης δημιουργικότητας, χωρίς όμως το απαραίτητο συναισθηματικό υπόβαθρο, που περιέκλειε τον σπόρο του Κακού. Στο άλλο άκρο από το αρχέτυπο του κακού ρομπότ, εκείνο του αξιόπιστου συντρόφου διερευνάται στην πλούσια μυθιστορηματική θεματική της εξερεύνησης του διαστήματος. Ακόμα και εκεί όμως η αφοσίωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην αποστολή της μπορεί ορισμένες φορές να υπερισχύσει του ενδιαφέροντός της για την ευημερία των συνταξιδιωτών της, καταλήγοντας σε ψυχρές και βάναυσες συμπεριφορές τις οποίες πραγματεύεται η πιο διάσημη σκηνή της ταινίας 2001: A space Odyssey, του Kubrick. Πρόσφατα, η ταινία Interstellar δείχνει να «κλείνει το μάτι» προς αυτήν την κατεύθυνση, απεικονίζοντας την Τεχνητή Νοημοσύνη ως ένα νοήμον ρομπότ σε μορφή μονόλιθου, που ίσως να παραπέμπει στον σιωπηλό και διαχρονικό μονόλιθο του Kubrick, παράλληλα όμως, το εξοπλίζει με ένα χαρακτηριστικά ανθρώπινο φλεγματικό χιούμορ, ακολουθώντας την παράδοση των ανδροειδών του Star Wars. Μάλιστα, στην πλέον ηρωική του σκηνή, κατά την οποία καλείται να σώσει ένα μέλος του πληρώματος από ένα τσουνάμι σε έναν εξωγήινο υδάτινο πλανήτη, το ρομπότ του Interstellar σχίζει το νερό με κινήσεις που θυμίζουν ηρωικό καλπασμό ενός πιστού αλόγου από τη μεσαιωνική εικονογραφία. Σε αυτά τα έργα φαντασίας, ο τεχνολογικός φουτουρισμός έχει αναμειχθεί με τη νοσταλγία των παραμυθιών, εξερευνώντας τα όρια της μη-ανθρώπινης φύσης της ΤΝ, στα πλαίσια των παραπάνω καθιερωμένων αξόνων.

 

Τα τελευταία χρόνια έχουμε υπερβεί το φράγμα του τι θα μπορούσε να καταστεί πιστευτό. Τώρα πια γνωρίζουμε πως η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί όντως να έχει φλεγματικό χιούμορ, και ότι τετράποδα ρομπότ μπορούν όντως να καλπάσουν. Αν στραφούμε προς την επιστημονική κοινότητα για απαντήσεις σχετικά με το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης, συναντάμε έναν ανησυχητικό διχασμό ανάμεσα στον τρόμο για μια επερχόμενη καταδίκη και την προσμονή για μια νέα άνθηση, με διάφορες ενδιάμεσες αποχρώσεις. Οι οπαδοί της τεχνολογικής ουτοπίας πιστεύουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη οδηγεί σε μια εποχή αφθονίας, η οποία θα θεραπεύσει τις ασθένειες και θα σταματήσει τους πολέμους. Οι καταστροφολόγοι πιστεύουν ότι, αντιθέτως, οδεύουμε προς την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας η οποία θα σηματοδοτήσει το τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέρουμε, ή ακόμη και στην εξάλειψη του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Τέλος, οι επιφυλακτικοί σκεπτικιστές που τοποθετούνται κάπου ανάμεσα, μάς προτρέπουν να επικεντρωθούμε στο «εδώ και τώρα», ώστε να προστατεύσουμε τις κοινωνίες μας από κοινότοπους αλλά επιτακτικούς κινδύνους, όπως η αναπαραγωγή φυλετικής ανισότητας, η διάπραξη ακούσιων παραβιάσεων της ιδιωτικότητας, ή ακόμη και η ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων και ασύμμετρων απειλών. Η προσπάθεια να βρει ο καθένας τον δικό του δρόμο σε αυτό το τοπίο μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη, καθώς και οι τρεις ομάδες αρνούνται να συνομιλήσουν πραγματικά μεταξύ τους. Οι αισιόδοξοι διατυπώνουν τα επιχειρήματά τους μέσα σε ένα κλίμα θαυμασμού παρουσιάζοντας τους άπιστους ως Λουδίτες. Οι επικριτές προτείνουν πειράματα σκέψης τόσο αφαιρετικά που δεν αφήνουν περιθώρια λογικής απόδρασης, αλλά ούτε παρέχουν κάποια σαφή ρεαλιστική οδηγία για την αποφυγή της επερχόμενης «Αποκάλυψης». Οι σκεπτικιστές χαρακτηρίζονται από πραγματισμό, στα όρια όμως του μυωπικού, καθώς παρουσιάζονται απρόθυμοι να παραδεχτούν πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι μια τεχνολογία που φαίνεται να προοδεύει εκθετικά, τροφοδοτούμενη από τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό εξοπλισμών που έχει αντικρίσει μέχρι σήμερα ο ανθρώπινος πολιτισμός. Με το φως της δημοσιότητας στραμμένο πάνω σε μια σχετικά μικρή ομάδα φιλοσόφων τεχνολογίας της Silicon Valley ή προσκείμενων σε αυτήν, ο διάλογος οργιάζει, εμπλουτισμένος με νέες τεχνικές ορολογίες και παραβολές, όπως το «νοητικό πείραμα του συνδετήρα» (paperclip thought experiment), το πρόβλημα της «αξιακής ευθυγράμμισης» (value alignment problem) και η «πιθανότητα καταστροφής» (probability of doom), αλλά ακόμα εγκλωβισμένος σε άξονες που είναι αρκετά οικείοι, σχεδόν κοινότυποι, και που μετά βίας ξεφεύγουν από τις ιδέες των συγγραφέων και των σκηνοθετών του 20ου αιώνα. Ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες τόσο προφητικοί που εξάντλησαν τα όρια του πιθανού, ή μήπως ακούσια επηρέασαν τη φαντασία μας σχετικά με το τι είναι τελικά πιθανό;

 

Στην πλειονότητα αυτών των έργων, η Τεχνητή Νοημοσύνη παραμένει το επίκεντρο της προσοχής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ακόμα και σε έργα επιστημονικής φαντασίας κατ’ εξοχήν αφιερωμένα σε θέματα σχετικά με τη συνείδηση των ρομπότ και τα δικαιώματά τους, όπως το Blade Runner, στο επίκεντρο βρίσκεται το υπαρξιακό άγχος των τεχνητών ανθρωποειδών και όχι των ανθρώπων. Δίχως αμφιβολία οι άνθρωποι είναι και αυτοί δυστυχισμένοι, ηρωικά αντιστεκόμενοι στην αλλαγή και αναλωνόμενοι σε συχνά άκαρπες προσπάθειες να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους. Αλλά είναι δυστυχείς με έναν ολοφάνερα ανθρώπινο τρόπο. Πρόσφατα μόνο στράφηκαν οι σεναριογράφοι δειλά αλλά συνειδητά προς τη διερεύνηση του φόβου της αποξένωσης έναντι του φόβου για το ξένο. Η τηλεοπτική σειρά Black Mirror πρωτοπορεί στον χώρο αυτό, ο οποίος δεν συμμορφώνεται τόσο εύκολα με τη δυαδική ουτοπική/ δυστοπική αντίληψη, αλλά αντίθετα χαρακτηρίζεται από ένα αποπροσανατολιστικό, εναλλασσόμενο τοπίο σχετικά με το τι σημαίνει να συνδέεσαι, να δημιουργείς, να είσαι άνθρωπος και να σχετίζεσαι με άλλους ανθρώπους, παρουσία μιας πραγματικής Τεχνητής Νοημοσύνης σε πλήρη ανάπτυξη. Ήδη, η πανταχού παρούσα μαύρη οθόνη είναι πλέον εξοπλισμένη με το πνεύμα του Oscar Wilde, την επιστημονική σοφία 1000 Νομπελιστών, το συναισθηματικό βάθος του αγαπημένου σου ποιητή και την οικειότητα του παιδικού σου φίλου. Το αρχέτυπο του έμπιστου συντρόφου είναι συναρπαστικό όταν βρίσκεσαι απομονωμένος σε μια διαστημική αποστολή, αλλά, όταν αντικαθιστά την ανθρώπινη επαφή εδώ στη Γη, η σκιά του γίνεται σκοτεινότερη: σε τι βαθμό μπορείς να τον εμπιστευτείς;

 

Ως άμεσο επόμενο βήμα, η αυξανόμενη αλληλεπίδρασή μας με παραγωγικά συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα μας αναγκάσει να επανεξετάσουμε την ίδια την ανθρώπινη φύση. Από τον Διαφωτισμό και μετά, η ταυτότητά μας έχει συνδεθεί κυρίως με τη λογική σκέψη, τη χρήση της γλώσσας και τις καλλιτεχνικές δεξιότητες, χαρακτηριστικά τα οποία πολύ σύντομα θα μοιραζόμαστε με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Όσο αυτές οι δεξιότητες ολοένα κατακτώνται και από άψυχες ή, αν μη τι άλλο, ξένες μορφές ζωής από πυρίτιο, θα πρέπει να ψάξουμε βαθύτερα ή ευρύτερα για πηγές αυτοεκτίμησης. Έχουμε όμως κάπου αλλού να στραφούμε; Ίσως θα πρέπει να αναζητήσουμε καταφύγιο στη ζωική μας φύση, αναγνωρίζοντας πως έχουμε περισσότερα κοινά με μια οικόσιτη γάτα παρά με το GPT 4.0·  ή, για όσους έχουν θρησκευτικές ή μεταφυσικές πεποιθήσεις, στην έννοια της ανθρώπινης ψυχής. Αλλά και η τέχνη μπορεί σίγουρα να είναι ένα κατάλληλο καταφύγιο.

 

Το μυστήριο της ανθρώπινης κατάστασης, από το οποίο εκπορεύεται η ανάγκη για αναζήτηση νοήματος στη ζωή, είναι ένα κατ’ εξοχήν ζήτημα που άπτεται της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ρόλος της Τέχνης είναι να μας υπενθυμίζει ότι η αξία της μουσικής δεν βρίσκεται στην ίδια τη μορφή της, αλλά στην αντίδραση που προκαλεί στον ανθρώπινο νου. Όπως το δέντρο που εξακολουθεί να στέκεται γιατί κάνεις δεν το άκουσε να πέφτει, το περιεχόμενο που δημιουργείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη, και συνεπώς και αυτή η ίδια, είναι ετερόφωτα·  δανείζονται το φως της ανθρώπινης συνειδητότητας. Η αξία ενός σονέτου που έχει παραχθεί με ΤΝ εξακολουθεί να βρίσκεται στα συστατικά παρά στο τελικό αποτέλεσμα: στα θραύσματα δηλαδή της ανθρώπινης έκφρασης και τη μαεστρία ποιητών του παρελθόντος, οι οποίοι εφηύραν τα μοτίβα που τώρα αποκρυσταλλώνονται σε ένα τεχνητό λογισμικό που, από όσο γνωρίζουμε, δεν διαθέτει το ίδιο συνείδηση.

 

Η ευθυγράμμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης με τις ανθρώπινες αξίες δημιουργεί την ανάγκη να αναπτύξουμε έναν τρόπο μέτρησης των αξιών αυτών. Είναι δελεαστικό μεν, κατάφωρο λάθος δε, να υπεραπλουστεύσουμε αυτήν την άσκηση θεωρώντας την ισοδύναμη με το να μετράμε likes. Οι καλλιτέχνες γνωρίζουν καλά ότι ένα αφηρημένο, ντοπαμινεργικό click ή swipe δεν είναι κατάλληλος τρόπος για να πλοηγηθούμε μέσα στο τοπίο της ανθρώπινης ευημερίας, ακόμη και αν είναι βραχυπρόθεσμα ελκυστικότερο. Επιπλέον, πρόκειται για ένα λάθος που θα είναι και δύσκολο να αντιστραφεί: μόλις αυτά τα γιγάντια μοντέλα Tεχνητής Νοημοσύνης εκπαιδευτούν και οι επιδόσεις τους θεωρηθούν αρκετά καλές, θα διατεθούν σε ευρεία κλίμακα και θα εκλείψουν έτσι γρήγορα τα κίνητρα για εκπαίδευση νέων μοντέλων που δεν θα παρέχουν εξίσου άμεση ικανοποίηση στους χρήστες.

 

Συνεπώς πρέπει να θυμόμαστε, τώρα περισσότερο από ποτέ, πως θα πρέπει να διαχειριζόμαστε τη δική μας κατανάλωση περιεχομένου με σύνεση και αυτογνωσία, καθώς το επίπεδο θορύβου ολοένα και αυξάνεται γύρω μας. Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι το δίλημμα δεν έγκειται στην επιλογή μεταξύ του παραγόμενου από την Τεχνητή Νοημοσύνη και του παραγόμενου από τον άνθρωπο περιεχομένου. Μου φαίνεται αναπόφευκτο ότι πολύ σύντομα, ακόμα και στην προσεχή δεκαετία, το περισσότερο παραγόμενο περιεχόμενο θα είναι προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης. Θα πρέπει να ασπαστούμε την εξέλιξη αυτή και εν μέσω αυτού του κατακλυσμού περιεχομένου να αναζητήσουμε όσα έχουν αξία για τον καθένα μας.

 

Δυστυχώς, έχουμε ήδη αποτύχει στην προσπάθεια αυτή τουλάχιστον μια φορά στο παρελθόν. Η επαφή μας με τα feed των social media και το “infinite scroll”, που ήταν ίσως η πρώτη μας επαφή με Tεχνητή Νοημοσύνη ευρείας χρήσης όπως σωστά επισημαίνει το Κέντρο για την Ανθρώπινη Τεχνολογία, αποδείχθηκε κατά κοινή ομολογία βαθιά προβληματική, καθώς οδήγησε σε συμπεριφορική αλλαγή μεγάλης κλίμακας, πόλωση και τη δημιουργία μιας «αγοράς οργής» (outrage economy), φαινόμενα τα οποία μόλις τώρα έχουμε αρχίσει να καταπολεμούμε. Παρόλα αυτά, ίσως να μην είναι αργά να επανορθώσουμε. Στην ομοίως ντοπαμινεργική βιομηχανία τροφίμων, η σχέση αγάπης που αποκτήσαμε με το fast food σιγά σιγά δίνει τη θέση της σε μια πιο προσεγμένη προσέγγιση απέναντι στο φαγητό. Χρειαζόμαστε μια παρόμοια οπτική απέναντι στο ψηφιακό περιεχόμενο.

 

Παρακολουθώντας τον 6χρονο γιο μου να μαθαίνει να γράφει χρησιμοποιώντας στυλό και μολύβι και βλέποντας τον ενθουσιασμό και τη ματαίωση να εναλλάσσονται μέσα του καθώς προσπαθεί να αναπτύξει νέες δεξιότητες, φοβάμαι τι επίδραση θα είχαν ένας GPT και ένας DALL-E ‘σύντροφος’  στην ανάπτυξή του, αν αυτά τα εργαλεία είχαν γίνει ευρέως διαθέσιμα σε παιδιά της ηλικίας του. Καθώς ανυπομονεί να μάθει να οδηγεί, αναρωτιέμαι αν σε 12 χρόνια θα του είναι ακόμη απαραίτητο. Αλλά όταν παρατηρεί σκεπτικός έναν πίνακα ή χορεύει, αισθάνομαι ασφαλής ότι ίσως τελικά να μπορέσω να κατανοήσω το μέλλον του.






 

*Chris Anagnostopoulos is a Partner at QuantumBlack, AI by McKinsey, building Scientific AI systems for the Life Sciences industry, and an Honorary Associate Professor at Imperial College where he teaches Ethics of AI.


Ο Χριστόφορος Αναγνωστόπουλος, είναι Συνεργάτης στο QuantumBlack, AI της McKinsey, δημιουργώντας συστήματα Scientific AI για τη βιομηχανία Life Sciences και Επίτιμος Αναπληρωτής Καθηγητής στο Imperial College όπου διδάσκει Ηθική της AI.




Share by: